Ο Ποιητής

Ένα φιλοσοφικό Ποίημα,
μια ποιητική Φιλοσοφία

ΧΡΗΣΜΟΣ ‘Α

 

 

Οδήγησέ με μέγιστε,

στου οίνου τη μαγεία,

δέξου με για συμπότη σου

και μάθε μου τον Λόγο,

αυτόν που πάντα κυριαρχεί˙

και πάρε με να πάμε

στα σκοτεινά του Πλούτωνα

παλάτια, μύησέ με.

Εσύ είσαι ο άρχοντας,

του μαύρου κάτω κόσμου

και του ουράνιου ποταμού

που εκβάλλει στην ψυχή μου.

Δείξε μου την αδιάλλακτη

και κράτιστη Ανάγκη

που και θεοί την σέβουνται

κι όλοι την προσκυνούνε,

κόρη έχει την Πρόνοια,

του αλάνθαστου την κρίση,

που οι κακόμοιροι θνητοί

θαρρούν πως εκατέχουν.

Μίλα μου για τον Έρωτα,

τον φίλο του Θανάτου

το ζεύγος το ομοούσιο,

τα δίδυμα του Απείρου.

 

Είναι η ψυχή μου μάταιη,

μάταιη είν’ η ζωή μου,

φύλλο είμαι που στέκουμαι

σε δείλι φθινοπώρου

το φύσημα να καρτερώ

που χώμα θα με κάνει.

Άστοχος είμαι κι άσκοπος

και δίχως μιαν αιτία,

για ένα συργιάνι ήρθα στη Γη,

για ένα φαγοπότι,

ν’ αφήσω πίσω μου παιδιά,

βορά κι αυτά Θανάτου.

Φώτισε Ηνίοχε τον Νου,

σώσε με στην Αλήθεια,

πάρε το σκότος μακριά

κι όλες τις δόλιες πλάνες

που οι αισθήσεις δέχουνται,

στο ψέμα βαπτισμένες.

Κοιτώ τους συνανθρώπους μου,

στις λάσπες να κυλιούνται

και σαν γουρούνια χαίρουνται!

Μα εγώ βρήκα καθάριο

νερό που τρέχει γάργαρο˙

μ’ αποστροφή τους φέρνει!

 

Μήπως να είμαι άρρωστος,

μήπως είμαι ένα τέρας,

μήπως δεν είμαι άνθρωπος,

σ’ άλλη φυλή ν’ ανήκω;

Τι είναι αυτό που κυνηγώ,

τι ψάχνω και δε βρίσκω,

αυτή η σκιά που μέσα μου

απλώνεται και βρίθει,

τι θέλει από ‘μένανε,

ποιόν θάνατο ζητάει;

Κατάρα στέκει φοβερή

μα κι ευλογιά συνάμα,

κι όλο μου τρώει τα σωθικά,

κι αυτά όλο ξαναγειάνουν.

Μα ποιά να έκλεψα φωτιά,

γιατί έτσι τιμωρούμαι

και πότε θα ‘ρθει ο Ήρωας

που θα μ’ ελευθερώσει;

Φανέρωσέ την μοίρα μου,

φώτισε την ψυχή μου,

πάναγνε άσπιλε θεέ,

άγιε σκηπτροφόρε,

τα μυστικά μου μάθε μου,

τι πλάσμα αλήθεια είμαι;!

 

Και ξάφνου ακούγονται βροντές,

ταράσσεται η μέρα,

ο Ουρανός εσκιάζεται,

νεφέλες ξεφαντώνουν

και να μιαν άμπελος ευθύς

πετάγεται απ’ το χώμα.

Τσαμπιά οι πλανήτες κρέμουνται

στου κόσμου το κορφάδι

λυγώ και κάτω ρίχνουμαι,

από δέος και από φρίκη.

Εμπρός μου στέκεται ο Ζαγρεύς,

και όλη του η δόξα,

με κάνθαρο στη χείρα του,

κι αστέρια στα μαλλιά του

τα μάτια του ολοσκότεινα˙

δυο πήχες με περνάει.

Θάνατος κι Έρωτας μαζί

κι όλου του κόσμου η μπόρα!

Σε τίγρη απάνου κάθεται,

στέκει και μειδιάζει

και μοιάζω εγώ ανδρείκελο

μπρος τη δική του χάρη,

διότι σ’ αντίθεση μ’ αυτόν,

φθορά μ’ εξουσιάζει.

 

Στέκει αγέρωχος, σαφής,

στο αθάνατό του κλέος

αιώνιος και απαθής,

μες την ευδαιμονία,

με μοίρα αναλλοίωτη,

κι άχρονο χαρακτήρα

αθάνατος κι αμόλυντος

κι αιώνια μεθυσμένος!

Ρίχνει τα πόδια του στη γη

κι ευφραίνεται το χώμα

κισσός φυτρώνει γύρω του

και στα κλωνάρια μέλι,

τι κάλλος απερίγραπτο!

τα λόγια μου στερεύουν.

Να του μιλήσω ντρέπουμαι

τώρα που είναι εμπρός μου

κι έτσι τα μάτια χαμηλά

κρατώ και ησυχάζω.

ακολουθεί άκρα σιωπή

μα κι ο άνεμος κοπάζει

και με το βλέμμα καταγής,

τα χέρια κρεμασμένα,

την σκιά του στο έδαφος θωρώ,

που όλο και πλησιάζει.

 

Χτυπά τον θύρσο του στη γη

κι ευθύς γίνεται δέντρο,

δέντρο τεράστιο, τρανό,

που η κορυφή του φτάνει

μέχρις ψηλά στον ουρανό,

χάνεται μες τα νέφη˙

και κάτω- κάτω στον κορμό

εμφανίζεται μια πύλη,

πέρασμα είναι μυστικό,

ποιος ξέρει που να βγάζει!

Παίρνω το θάρρος το λοιπόν,

μιλιά να ξεστομίσω:

‘‘Χαίρε αθάνατε θεέ!

Του κόσμου πρώτη ρίζα!

Στο κάλεσμά αποκρίθηκες,

δούλος σου είμαι τώρα!

Πρόσταξε και σ’ ακολουθώ,

όρισε και θα πράξω!’’

Μετά απ’ τον λόγο μου αυτόν,

τον βλέπω που κινάει

μέσα στην πύλη περπατά

στο ξύλινο το χάσμα

κι εγώ ξωπίσω ακολουθώ,

μπαίνοντας στα σκοτάδια.

 

Πίσω μου χάνεται το φως,

η πύλη τώρα κλείνει

μ’ ανάβει δάδα ο θεός

και φέγγει όλος ο τόπος.

Μέσα σε αίθουσα ιερή

βρισκόμαστε και ξένη,

δυο ξύλινα καθίσματα,

στην μέση μίαν τάβλα˙

τον κάνθαρο πάνω ακουμπά

και κάθεται αντίκρυ

και μ’ ένα βλέμμα βλοσυρό

μα και γλυκύ συνάμα

το σπρώχνει προς το μέρος μου

σα να μου λέει ‘‘πιε το!’’

Κι όμως ακόμα τη φωνή

την θεϊκή δεν οίδα,

γιατί οι θεοί δε σπαταλούν

τον Λόγο δίχως λόγο˙

ουδέν θα μείνει ανεπαρκές

κι ουδέν θα περισσέψει.

Πιάνω τις κάθετες λαβές

αμφίπλευρα του αγγείου

και το σηκώνω σταθερά,

στα χείλη τ’ ακουμπάω.

 

Χύνεται τότε το κρασί

το αθάνατο, το νέκταρ,

στα σωθικά μου εισέρχεται

κι εγώ κλείνω τα μάτια…

Ω ευφροσύνη των θεών!

Ω μέγα μέθης κύμα!

Ποιο όνειρο τάχα να ζω,

κανείς μη με ξυπνήσει!

Κατανοώ αυτοστιγμεί

τι εστί αθανασία

κι ευδαιμονία αιώνια

και θεϊκή μερίδα!

Αχ και γιατί να ‘μαι θνητός!

Τώρα καταλαβαίνω

και νοιώθω τώρα τους θεούς

που αφ’ υψηλού κοιτούνε

τ’ ασήμαντα, τα μιαρά,

που μας απασχολούνε.

Πράγματι είμαστε μικροί

κι αστόχαστοι αλήθεια,

φθορά και πόνος κυβερνά

τη μοίρα τη δική μας.

Θεός,–στο σύμπαν τ’ άπειρο-

αξίζει μόνο να ‘σαι!

 

Ανατρανίζω και κοιτώ

τον άρχοντα στα μάτια

σαν ίσος, σα μακάριος

τώρα τον αντικρίζω!

‘‘Πες μου αθάνατε θεέ,

τι ορισμό μου δίνεις

γιατί με κέρασες κρασί,

νέκταρ απ’ του Ολύμπου

τις άφταστες τις κορυφές˙

τι κάνω και μ’ αξίζει;

θες να σου πω για τ’ άθλια,

της φύσης μου τα πάθη

για τον αιώνιο σπαραγμό

που την ψυχή μου τρώει,

τη μάταιη των θνητών γενιά,

την κούφια σε ελπίδα,

τον θάνατο που περπατά

αόρατος κοντά μας

πιστός και αμετάκλητος

του βίου συνοδοιπόρος!’’

Και τότε υψώνει ο θεός

το αριστερό του χέρι

σημαίνοντας τον Λόγο του

σε γλώσσα χρησμική…

 

‘‘Χαίρε αθάνατε θνητέ,

θιασώτη της Αλήθειας

το κάλεσμα σου ήταν αγνό

γι’ αυτό και απαντάται˙

είσαι απ’ το γένος Ποιητών,

το ένδοξο συνάφι,

στέκεις ως γέφυρα καιρών,

διάμεσος του χρόνου.

Τη μοίρα σου θα μοιραστείς

με τους δικούς σου ομοίους

κι ουχί με ματαιόπονους,

μηδέ με ξεχασμένους.

Θα σ’ οδηγήσω στις κορφές,

να ιδείς το μεγαλείο

που στέκει πάνω απ’ τον καιρό

και πάνω από τη λάσπη.

Θα σου φωτίσω τον σκοπό,

το νόημα του κόσμου

στη δύσβατη κι απόκοσμη

οδό της Αρετής.

Διότι δύναται ως θνητός

ουδείς να ευτυχήσει

καθότι ύβρις η ζωή

με τίμημα θανάτου.’’

 

Και συνεχίζει ο θεός

τον θεϊκό του Λόγο:

‘‘Φιλοσοφείς κι είναι τρανό,

φιλοκαλείς κι είν’ μέγα

κι ο αληθινός ο Ποιητής

τα πράττει και τα δύο.

Θα σου διδάξω τις μορφές,

των Ποιητών το γένος

το λιγοστό σε αριθμό,

το άπειρο σε δόξα.

Άνθρωποι που υψώθηκαν

εις την αθανασία

στέκουνται όλοι σαν κορφές

απ’ τις νεφέλες πάνω,

αυτοί είν’ οι πατεράδες σου,

αυτή είν’ η γενιά σου.

Γνώριζε μα πως όλοι τους

φτιάχνουνε ένα έπος

κι έπος έπεται πρέποντος,

μες τον καρπό ο σπόρος

Μάθε το πώς ο θάνατος

κρατά τον κόσμο νέο˙

κι εδώ ο πρώτος ο χρησμός

μόλις ετελειώθη.’’

 

‘‘Ρίζωμα οι λόγοι σου θεέ

και λήθη δεν τους πρέπει

απάνω εκεί θε να κτιστεί

το ανάκτορο του Ανθρώπου

του μέλλοντα, του Ήρωα,

γενιά η τελεσφόρος.

Τώρα αρχίζω και νοώ,

τώρα καταλαβαίνω

την μοίρα που μ’ ορίσθηκε

με χρεία κι απ’ ανάγκη,

το μέγα Έργο να εκτελώ,

το υπεράνω όλων

και η ζωή μου η μικρή,

μικρή τώρα δεν είναι!

γιατί ο σκοπός είναι ιερός,

και σήμα μου ο τάφος,

αυτός που θέλει θα τον βρει

και θα τον ξεδιαλέξει

τον δρόμο τον δακρύβρεχτο,

τον απομονωμένο

και σαν θα βγει στην κορυφή

όλα θα τ’ ατενίσει,

δίκαια και αρμονικά,

σε τάξη θεία βαλμένα.’’

 

 Αυτός ήταν ο διάλογος

ο πρώτος μεταξύ μας

κι έπειτα η δάδα έσβησε

και χάθηκε το φως της.

Μα είδα στροβίλου άνεμο

απ’ τη γη να με σηκώνει,

να με πηγαίνει στα ψηλά,

τ’ απάτητα λημέρια

και φως ιερό και άγιο

πλημμύρισε τον κόσμο˙

τώρα πάνω απ’ τα σύννεφα

κάθουμαι κι αγναντεύω

του χρόνου όλου τις κορφές,

του γένους τις Αξίες,

αιώνιες, πανανθρώπινες,

σήμαντρα της Αλήθειας

μ’ ονόματα που ν’ άφθαρτα

απ’ του χρόνου το μαχαίρι.

Εκεί μορφές αείμνηστες,

αγάλματα θανάτου

και ο τυφλός ο Ποιητής

που τον χορό τους σέρνει.

 

Όλοι κορφές αμόλυντες,

δυσπρόσιτες και ξένες,

που μεταξύ τους ομιλούν

μέσα από τα βιβλία˙

παρέα διαχρονική,

ελάχιστοι στο πλήθος,

μ’ άκρατες στη δυναμική

κι απέραντες στο κάλλος

Ιδέες που ταξιδεύουνε

απ’ τον καιρό πιο πέρα.

Ηρωογόνες, άσπιλες,

αρχέτυπα του Ανθρώπου,

τις βλέπω διάσπαρτες παντού,

στου χρόνου το αλώνι

πάνω απ’ τον άθλιο συρφετό

και την οχλαγωγία

ως οιωνοί να στέκουνται,

του μέλλοντος σημάδια.

Ω θεία των Ποιητών γενιά!

η ευγενεστέρα είσαι

του σύμπαντος η έκφανση

και των θεών η πράξη!

 

Μονάχος στέκει ο Ποιητής

στου χρόνου το μπαλκόνι

δεν τον αγγίζει ο θάνατος,

η μπόρα δεν τον σκιάζει

και ξέρει πως τα σύννεφα

που κρύβουνε τον Ήλιο,

την δύναμή τους δείχνουνε

μόνο στους από κάτω,

γιατί ψηλά στις κορυφές,

χιόνι και φως φιλιούνται!

Πράξη είναι η Ποίηση

κι όχι ωραία λόγια,

ανάβαση στον Όλυμπο

χωρίς συνοδοιπόρους,

δεν ψάχνει αγάπη ο Ποιητής,

αλλά δικαιοσύνη

κι όποιος εμπόδιο σταθεί

στην ιερή πορεία,

τον περιμένει αθάνατη

κι αιώνια τιμωρία.

Γιατί στους άμοιρους θνητούς,

το φαύλο κύκλους κάνει

κι όλα θα επαναληφθούν

κι όλα θα ξαναγίνουν.

 

Ψηλά με άφησε ο θεός,

από τον χρόνο έξω

ν’ αγναντεύω, να θωρώ,

να ψάξω την Αλήθεια

κι όλο σκεφτόμουν τον χρησμό,

τι άραγε σημαίνει…

Κάθισα και στοχάστηκα

στης φύσης τα σημάδια

γιατί αυτή είναι ο Βορράς

κι ο νους μου η πυξίδα

κι οι πλάνες οι αισθήσεις μου

που δεν την προλαβαίνουν.

Μας το ‘πε ο Σκοτεινός σοφός,

ο ποταμός κυλάει

αδιάκοπα με ταραχή

και γυρισμό δεν έχει.

Είδα πουλιά και μέρμηγκες,

δούλους και βασιλιάδες

και πολιτείες που έπεφταν,

παλάτια μες την άμμο

κι όλοι κοιτούσαν χαμηλά,

σέρνονταν μες τη σκόνη,

μα σήκωσα το βλέμμά μου,

σταυραητό αντικρίζω!

 

‘‘Πες μου αγέρωχο πουλί,

άνακτα των αιθέρων,

τι βλέπεις κάτω χαμηλά

κι αποστροφή σου φέρνει;

Γιατί δεν χτίζεις τη φωλιά

μαζί με τ’ άλλα ζώα,

γιατί σ’ αρέσει η μοναξιά,

ποιο πράγμα αποφεύγεις;’’

Κι ευθύς έρχεται κάθεται

στην κορυφή μαζί μου

κι όπως μαζεύει τα φτερά,

λόγο μου ξεστομίζει.

‘‘Δεν την αντέχω την ψευτιά,

το άκαιρο το γέλιο,

όταν πετάω χαμηλά

τα μάτια μου πονούνε.

Ζω στα απρόσιτα βουνά,

σ’ απόκρημνες χαράδρες

εκεί έχ’ αέρα καθαρό,

‘κει κάνω την φωλιά μου.

Για τα σπουργίτια είμαι θεός,

τρελός για τα κοράκια,

για τα γεράκια δάσκαλος

και για τα φίδια Χάρος!’’

 

Αυτά μου είπε ο αητός

κι άνοιξε τα φτερά του,

βούτηξε μέσα το κενό

και ύστερα εχάθη…

κι έμεινα πάλι μοναχός˙

άρχισε να βραδιάζει

τα χρώματα χαθήκανε,

φάνηκε η Σελήνη

ολόχλωμη, ασθενική,

πανάρχαια ασημένια

γυναίκα επουράνια,

αστράνασσα και μήνη.

Νυκτόβια, ελικόδρομη,

ψυχομεταβαλλούσα

αρχόντισσα των θαλασσών

και όλων των υδάτων˙

νεκρή μα ολοζώντανος,

πλανούσα δορυφόρος

μητέρα των θνητών ψυχών

κι ισοφανής του Ήλιου.

 

 Κάθισα και στοχάστηκα

κάτω απ’ το σεληνόφως,

όσα μου είπε ο θεός

και το πουλί του ανέμου

και με τον Λόγο ηνίοχο

των άγριων αλόγων

το άρμά μου ισορρόπησε,

τα άλογα φιλιώσαν.

Είδα και τα’ άστρα τα παλιά,

κι αυτά με οδηγήσαν,

μου έμαθαν ότι το φως

γεννιέται απ’ το σκοτάδι.

Καρπός είναι το σώμα μου,

κυοφορεί τον σπόρο,

όσο πεθαίνει η ζωή,

τόσο η ψυχή γεννιέται,

αυτήν θ’ αφήσω πίσω μου

άλλους καρπούς να δώσει˙

αυτό είναι που λεν γενιά,

καταγωγή τ’ ανθρώπου,

έτσι κι ο Ποιητής λοιπόν,

των Ποιητών ο γόνος,

Ποιητές θα σπείρει στον καιρό

κι αιώνες θα θερίσει.

 

Και ξαφνικά οι κορυφές

αρχίσαν να βουλιάζουν

χάθηκε η ευκρίνεια, 

οι βράχοι καταρρεύσαν,

πέρασαν χρόνοι μύριοι

ενώ ήμουν εκεί πάνω

κι όπως όλα πεθαίνουνε,

πεθαίνουν και τα όρη.

Μα ο Ποιητής είν’ σπάνιος

και νοηματοφόρος

κρύβει αβέβαιη ορμή

κι αντίληψη αιώνια,

απρόσημος σαν το Μηδέν,

σπόρος εν ληθαργία.

Αστέρι είναι μακρινό,

το φως του ταξιδεύει

ακόμη κι όταν ο ίδιος πια

θα πάψει να υπάρχει.

Κι αν όλα γύρω μου λοιπόν,

γκρεμίζουνται και πέφτουν

με προλαβαίνει ο αητός,

στη ράχη του με βάζει

πάνω απ’ την θάλασσα πετά

και μακριά με πάει…